Κατάγματα κλείδας

clacicula anatomy.jpgΗ κλείδα είναι το οστό που συνδέει τον κορμό και το άνω άκρο.  Από τη μία πλευρά αρθρώνεται με το θώρακα στο στέρνο (στερνοκλειδική άρθρωση) και από την άλλη πλευρά με το οστό της ωμοπλάτης, δημιουργώντας την ακρωμιοκλειδική άρθρωση. Γειτνιάζει με αγγεία και νεύρα που καταλήγουν στο άνω άκρο και αποτελεί στέρεο έδαφος για την πρόσφυση μυών του θώρακα και του αυχένα.

Τα κατάγματα της κλείδας είναι γνωστά από την αρχαιότητα. Συγκεκριμένα, αναφέρονται από τον Ιπποκράτη το 400 π.Χ., ο οποίος μάλιστα είχε προτείνει τη συντηρητική τους αντιμετώπιση με τη μέθοδο της "καλοήθους αμέλειας".

Μηχανισμός κάκωσης
Η κλείδα υφίσταται κακώσεις που οδηγούν στο κάταγμα κυρίως με μηχανισμό συμπίεσης του ώμου στον κορμό, όπως συμβαίνει κατά την πτώση από δίκυκλο επί του ώμου σε τροχαία ατυχήματα και λιγότερο συχνά στον αθλητισμό. Συμβαίνει κυρίως σε νέους ενήλικες, με συντριπτική επικράτηση των αρρένων. Ο τυπικός ασθενής έχει υποστεί πτώση από ποδήλατο ή μηχανάκι.

Αντιμετώπιση
Παραδοσιακά, τα κατάγματα κλείδας, με εξαίρεση το περιφερικό τους άκρο, αντιμετωπίζονταν με συντηρητική αγωγή, χρησιμοποιώντας απλούς κηδεμόνες που έφερναν την κλείδα σε μια σχετική θέση ανάταξης, όπως απλή ανάρτηση του ώμου, ή οκτωειδή επίδεση. Η χειρουργική αντιμετώπιση εφαρμοζόταν και εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
-πολύ παρεκτοπισμένα κατάγματα, τα οποία μπορεί να πιέζουν το δέρμα, 
-ανοικτά κατάγματα (υπάρχει σχίσιμο στο δέρμα), 
-κατάγματα του περιφερικού άκρου της κλείδας (συνυπάρχει ρήξη συνδέσμων) Αντιμετώπιση κατάγματος κλείδας με πλάκα-βίδες
-περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν κολλάει το οστό, μια κατάσταση γνωστή ως ψευδάρθρωση του κατάγματος.

Τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί περισσότερη έμφαση στην αποκατάσταση του φυσιολογικού μήκους του οστού, η οποία εγγυάται την αποκατάσταση της σωστής κινηματικής της κλείδας και της άρθρωσης του ώμου. Επίσης η χειρουργική θεραπεία έχει ως αποτέλεσμα την ταχύτερη πώρωση του κατάγματος.
Η σύγχρονη τεχνολογία έχει προσφέρει στην Ορθοπαιδική νέα υλικά, κατάλληλα για την οστεοσύνθεση των καταγμάτων κλείδας, όπως κλειδούμενες πλάκες και ενδομυελικούς ήλους, τα οποία παρέχουν σταθερή οστεοσύνθεση και επιτρέπουν πρώϊμη κινητοποίηση του άνω Ενδομυελική ήλωση σε κάταγμα κλείδαςάκρου. Σύνηθες μειονέκτημα της χειρουργικής αντιμετώπισης είναι το μετατραυματικό σημάδι στο δέρμα, περίπου 5-6 εκατοστών, όταν χρησιμοποιούνται πλάκες. Στην περίπτωση των ενδομυελικών ήλων, το μετεγχειρητικό σημάδι δεν ξεπερνά τα 3 χιλιοστά.
Στον παιδιατρικό πληθυσμό, τα κατάγματα κλείδας αντιμετωπίζονται σχεδόν αποκλειστικά με συντηρητική αγωγή, λόγω του μεγάλου δυναμικού ανακατασκευής του αναπτυσσόμενου παιδικού σκελετού.

Συμπερασματικά, τα κατάγματα κλείδας δεν είναι πολύ συχνά, αλλά όταν συμβούν, απαιτούν σωστή αντιμετώπιση, είτε συντηρητική, είτε χειρουργική, ώστε να αποκατασταθεί ο συνδετικός κρίκος μεταξύ κορμού και άνω άκρου.Επιτυχής συντηρητική αντιμετώπιση σε κορίτσι 8 ετών, με πλήρη αναδιαμόρφωση του οστού