Γάγγλιο

Η πιο συχνή μορφή καλοήθους ογκιδίου στο χέρι είναι το γάγγλιο. Είναι μια κύστη, ή συνηθέστερα μια πολυκυστική δομή, που περιέχει ζελατινώδες υγρό. Συνήθως, δημιουργεί μόνο κοσμητικό πρόβλημα, ενώ σπανιότερα, λόγω πίεσης των παρακείμενων ιστών, μπορεί να προκαλέσει πόνο, ή άλλες σοβαρότερες εκδηλώσεις όπως είναι ηΓάγγλιο στον καρπό αδυναμία και η παράλυση μυών. Τις περισσότερες φορές το γάγγλιο εξορμάται είτε από μια άρθρωση, είτε από ένα τενόντιο έλυτρο. Σπανιότερα, συναντώνται μέσα στη μάζα ενός οστού (ενδο-οστικά), κυρίως των οσταρίων του καρπού. Άλλη, λιγότερο συχνότερη, εντόπιση είναι μέσα στην μάζα ενός νεύρου, τα λεγόμενα ενδονευρικά γάγγλια.

Οι συνηθέστερες θέσεις εμφανίσεως ενός γαγγλίου στο άνω άκρο είναι:
•    Στη ραχιαία επιφάνεια του καρπού, που εξορμάται συνήθως από την πηχεοκαρπική, ή το έλυτρο των εκτεινόντων τενόντων.
•    Στην παλαμιαία πλευρά του καρπού.
•    Στη ραχιαία επιφάνεια των τελικών αρθρώσεων των δακτύλων, σε έδαφος οστεοαρθρίτιδος
•    Στη βάση των δακτύλων, όπου συνήθως ξεκινά από το έλυτρο των καμπτήρων τενόντων. Τα γάγγλια μπορεί να εμφανιστούν και στα κάτω άκρα, με συνηθέστερη εντόπιση τη ραχιαία και πλάγια επιφάνεια του ποδιού. Σπάνια το βρίσκουμε ακόμα και στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο, κατά τη διενέργεια αρθροσκόπησης γόνατος.

Η αιτιολογία τους δεν είναι αποσαφηνισμένη. Έχουν ενοχοποιηθεί επαναλαμβανόμενοι μικροτραυματισμοί του αρθρικού θυλάκου και των ελύτρων των τενόντων, ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις των ιστών, που παράγουν αρθρικό ή άλλου τύπου υγρό, με αποτέλεσμα τη συσσώρευσή του και αναγκαστικά τη δημιουργία χώρου αποθήκευσής του.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Τις περισσότερες φορές τα γάγγλια δεν προκαλούν συμπτώματα, επειδή όμως είναι ορατάς, γίνονται γρήγορα αντιληπτά. Άλλες φορές προκαλούν πόνο μόνο κατά την πίεση, ενώ άλλοτε μόνιμο πόνο εξαιτίας της πίεσης των παρακείμενων ιστών. Στην ψηλάφηση δε συμφύονται με το υπερκείμενο δέρμα, είναι μαλακά στην πίεση και, αν έχουν σχέση με άρθρωση, δεν είναι κινητά.
Τα ενδο-οστικά γάγγλια συνήθως είναι ασυμπτωματικά και αναδεικνύονται σε τυχαίο ακτινολογικό έλεγχο. Σε κάποιες όμως περιπτώσεις αποτελούν την αιτία ενός χρόνιου πόνου, ειδικά στον καρπό.
Τα ενδονευρικά γάγγλια είναι ύπουλα, καθώς το πρώτο τους σύμπτωμα είναι συνήθως η αδυναμία ή η παράλυση μυών ή ομάδας μυών, που νευρώνονται από το συγκεκριμένο νεύρο. Η περισσότερο συχνή εντόπιση ενδονευρικού γαγγλίου είναι στο κάτω άκρο στο περονιαίο νεύρο και εκδηλώνεται με αδυναμία εκτάσεως του ποδιού και των δακτύλων. Ένα γάγγλιο μπορεί να προκαλεί ακόμα και συμπτωματολογία συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα (αναφορά μας σε προηγούμενο τεύχος), με μούδιασμα στα δάκτυλα του χεριού, λόγω πίεσης του μέσου νεύρου.

Η διάγνωση είναι συνήθως κλινική.
Ο απλός ακτινολογικός έλεγχος είναι δυνατόν να αναδείξει μόνο ένα ενδο-οστικό γάγγλιο. Αντίθετα, η μαγνητική τομογραφία παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την εξόρμηση του γαγγλίου από παρακείμενη άρθρωση. Η ορθότητα της διάγνωσης όμως επιβεβαιώνεται μόνο με την αφαίρεση και την ιστολογική του εξέταση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η συντηρητική αγωγή για την αντιμετώπιση ενός γαγγλίου περιλαμβάνει την απλή παρακολούθηση, την παροδική ακινητοποίηση που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε υποχώρησή του, και την παρακέντησή του με ή χωρίς έκχυση κορτιζόνης. Άλλες φορές είναι δυνατόν να εξαφανιστεί μόνο του χωρίς θεραπεία. Τα ποσοστά υποτροπής της συντηρητικής θεραπείας υπερβαίνουν το 50%. Με τον περιορισμό των δραστηριοτήτων συνήθως αυτοπεριορίζονται, επανεμφανίζονται όμως σε περιόδους χειρωνακτικής εργασίας.
Οριστική θεραπεία ενός γαγγλίου είναι η αφαίρεσή του. Η συνηθέστερη ένδειξη είναι η εμφάνιση κοσμητικού προβλήματος, λόγω της θέσης και του μεγέθους του, καθώς και η παρουσία οποιουδήποτε βαθμού λειτουργικής ανεπάρκειας, ή πόνου Ο τρόπος της αφαίρεσης ποικίλλει από την εντόπιση και το μέγεθός του. Μικρά ενδοτενόντια γάγγλια αφαιρούνται με τοπική αναισθησία. Τα μεγαλύτερα, ειδικά τα ενδοαρθρικά εξορμώμενα, απαιτούν περιοχική αναισθησία, δηλαδή τη νάρκωση ολόκληρου του άνω άκρου. Είναι πολύ σημαντικό να αφαιρεθεί όλη η παθολογία, ακόμη και το ενδοαρθρικό τμήμα, γιατί διαφορετικά το ποσοστό υποτροπής είναι υψηλό. Το χειρουργικό παρασκεύασμα πρέπει πάντα να εξετάζεται ιστολογικά. Μετά από σωστή χειρουργική αντιμετώπιση τα ποσοστά υποτροπής στη διεθνή βιβλιογραφία είναι κάτω του 5%.
Μετεγχειρητικά, επιτρέπεται η ελεύθερη χρήση του χεριού στα γάγγλια που έχουν τενόντια προέλευση, ενώ τα αρθρικά απαιτούν ακινητοποίηση για διάστημα 3 εβδομάδων, για την επούλωση της διάνοιξης της άρθρωσης. Είναι πιθανόν να απαιτηθεί φυσιοθεραπευτική αγωγή για την αποκατάσταση της κίνησης του χεριού.
Τα ενδο-οστικά γάγγλια χρήζουν ειδικής μεταχείρισης με κάλυψη του κενού με οστικό μόσχευμα, ενώ τα ενδονευρικά γάγγλια απαιτούν μικροχειρουργική τεχνική για την αφαίρεσή τους και πιθανόν επανορθωτικές επεμβάσεις στις περιπτώσεις που έχουν εγκατασταθεί μυϊκές ατροφίες.Γάγγλιο κατά την αφαίρεσή του

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι το γάγγλιο είναι ένα κυστικό μόρφωμα, που εμφανίζεται συνήθως στον καρπό, ακίνδυνο, με κύριο “σύμπτωμα” το κοσμητικό πρόβλημα. Εάν επιλεγεί η χειρουργική αφαίρεση, ο κατάλληλος προεγχειρητικός έλεγχος εγγυάται την οριστική του αντιμετώπιση.