Εκτινασσόμενος δάκτυλος

Ο εκτινασσόμενος δάκτυλος (στενωτική τενοντοελυτρίτιδα, trigger finger στη διεθνή βιβλιογραφία) είναι μια σχετικά συχνή πάθηση που χαρακτηρίζεται από εμπλοκή του δακτύλου που βρίσκεται σε κάμψη και αδυναμία του να εκταθεί, με αποτέλεσμα την αναπήδησή του και την πρόκληση πόνου κατά μήκος του καμπτήρα τένοντα.

Πώς δημιουργείται;Εκτινασσόμενος δάκτυλος
Σε κάθε δάκτυλο υπάρχουν δύο τένοντες, που κάνουν την κάμψη, ο επιπολής και ο εν τω βάθει καμπτήρας (στον αντίχειρα μακρός και βραχύς). Οι τένοντες αυτοί ολισθαίνουν μέσα σε οστεοϊνώδη έλυτρα (τούνελ), τα οποία εξασφαλίζουν την ομαλή ολίσθησή τους και την διενέργεια της σωστής κάμψης των δακτύλων. Το πρώτο από αυτά τα έλυτρα (Α1 έλυτρο, ή pulley) υφίσταται με την πάροδο των χρόνων μια πάχυνση, η οποία  οδηγεί στη μείωση του εμβαδού του και στην πίεση στους καμπτήρες τένοντες του δακτύλου. Η πίεση αυτή, σε συνδυασμό με τη χρήση των τενόντων κατά τις κινήσεις του δακτύλου, προκαλεί μια άσηπτη φλεγμονώδη αντίδραση στους τένοντες, με δημιουργία οιδήματος (τοπικό πρήξιμο). Συνεπώς, δημιουργείται μια προστενωτική διόγκωση στους τένοντες, οι οποίοι, εν συνεχεία, αδυνατούν να εισέλθουν στο Α1 έλυτρο. Έτσι, ενώ η κάμψη γίνεται κανονικά, παρακωλύεται η έκταση, με αποτέλεσμα το χαρακτηριστικό τίναγμα του δακτύλου από την κάμψη στην έκταση, το οποίο συνοδεύεται από πόνο και δυσχέρεια. Σε περιπτώσεις που παραμελούνται, μπορεί το δάκτυλο να παραμείνει σε κάμψη για πολλές ώρες ή μέρες και συνήθως τότε απαιτείται χειρισμός από τον ειδικό για την απεμπλοκή του.

Ποιες είναι οι αιτίες;
Η πάθηση ανευρίσκεται συχνότερα σε ασθενείς με υπέρταση, διαταραχές του θυρεοειδούς, σακχαρώδη διαβήτη και ρευματοειδή αρθρίτιδα. Οι επαναλαμβανόμενοι μικροτραυματισμοί στην περιοχή της παλάμης, που συμβαίνουν σε χειρώνακτες, θεωρείται ως ένας αιτιολογικός παράγοντας. Συχνά συνυπάρχει με άλλα σύνδρομα του χεριού, όπως το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, τη στενωτική τενοντοελυτρίτιδα De Quervain και τη νόσο Dupuytren. Μπορεί να εμφανιστεί ταυτόχρονα σε 2 ή περισσότερα δάκτυλα, με συχνότερα τον αντίχειρα, τον μέσο και τον παράμεσο.

Πώς εμφανίζεται;
Το πρώτο σύμπτωμα είναι η ευαισθησία στη βάση του δακτύλου. Στη συνέχεια αναπτύσσεται εμπλοκή του δακτύλου και η αδυναμία του σε έκταση, όταν αυτό είναι σε κάμψη.

Διάγνωση
Η διάγνωση συνήθως γίνεται εύκολα από το ιστορικό και την κλινική εξέταση, κατά την οποία ανευρίσκεται το χαρακτηριστικό τίναγμα του δακτύλου κατά την έκτασή του.

Θεραπεία
Στα αρχικά στάδια, συνήθως, βοηθάει η λήψη ενός αντιφλεγμονώδους φαρμάκου και η αποφυγή χειρωνακτικής άσκησης και καταπόνησης. Μπορεί να γίνει τοπική έγχυση κορτικοστεροειδούς, που βοηθάει στην προσωρινή ύφεση της φλεγμονώδους αντίδρασης (50% ύφεση στο 6μηνο). Επικουρικά, χρησιμοποιούνται ειδικοί νάρθηκες που κρατούν το δάκτυλο σε σχετική έκταση, χωρίς όμως υψηλό ποσοστό επιτυχίας. 

Όταν η πάθηση επιμένει πέραν του εξαμήνου, η οριστική λύση είναι η χειρουργική επέμβαση.Διάνοιξη Α1 ελύτρου και απελευθέρωση των τενόντων Μπορεί να γίνει διαδερμικά, λόγω όμως του υψηλού ποσοστού τραυματισμού των δακτυλικών νεύρων, καλό είναι να αποφεύγεται. Η ανοικτή μέθοδος γίνεται υπό τοπική αναισθησία, διαρκεί 10-15 λεπτά, γίνεται μέσω μιας μικρής τομής 1,5εκατοστού και συνίσταται στη διάνοιξη του Α1 ελύτρου και στην αποσυμπίεση των τενόντων. Διεγχειρητικά, προ της σύγκλεισης του τραύματος,  ελέγχεται η ανεμπόδιστη ολίσθηση των τενόντων. Χρειάζεται προσοχή από τον Ορθοπαιδικό στη διαφύλαξη και αποφυγή τραυματισμού των δακτυλικών νεύρων που βρίσκονται πολύ κοντά και δίνουν αίσθηση στο δάκτυλο. Μετά την επέμβαση ο ασθενής εξέρχεται του νοσοκομείου και απαιτείται απλή φροντίδα του τραύματος για λίγες ημέρες, χωρίς χρήση κηδεμόνων, ή ειδικών ναρθήκων. Η πάθηση δεν υποτροπιάζει και η χειρουργική θεραπεία είναι οριστική (100% ίαση).

Η πάθηση αυτή μπορεί, επίσης, να συμβεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, λόγω της αυξημένης κατακράτησης υγρών. Στις περιπτώσεις αυτές, δε συνιστάται χειρουργική επέμβαση, αλλά απλή παρακολούθηση. Συνήθως, 6 μήνες μετά τον τοκετό και εφ’όσον παρέλθει η διάρκεια της λοχείας, η πάθηση υποχωρεί αυτομάτως.

Παρόμοια κλινική οντότητα, αν και με διαφορετικό υπόβαθρο, είναι ο βρεφικός εκτινασσόμενος αντίχειρας. Συμβαίνει κατ’αποκλειστικότητα στον αντίχειρα του βρέφους, με συνέπεια το βρέφος να μη μπορεί να τεντώσει το δαχτυλάκι του. Δε χρειάζεται βιαστική θεραπεία, διότι συνήθως με τη συμπλήρωση του πρώτου έτους ζωής η πάθηση υποχωρεί αυτομάτως. Εάν επιμείνει πέραν του έτους, τότε συνιστάται χειρουργικά η διάνοιξη του Α1 ελύτρου.

Συμπερασματικά, ο εκτινασσόμενος δάκτυλος αποτελεί μια σχετικά συχνή οντότητα, κυρίως σε χειρώνακτες. Σε περιπτώσεις που επιμένουν, η διάνοιξη του 1ου οστεοϊνώδους ελύτρου υπό τοπική αναισθησία αποτελεί τη συνιστώμενη μέθοδο για οριστική θεραπεία.